ποντίφηκας

ποντίφηκας
ο / ποντίφεξ, -ικος, ΜΝΑ, και ποντίφικας και ποντίφηξ, Ν
(στους Ρωμαίους) α) μέλος συμβουλευτικού σώματος που βοηθούσε τον ανώτατο άρχοντα στα θρησκευτικά του καθήκοντα
β) φρ. «μέγιστος προντίφεξ» — ο επικεφαλής τής θρησκευτικής ιεραρχίας, πρωθιερέας, αρχιερέας
νεοελλ.-μσν.
(από τον 11ο μ.Χ. αιώνα) τίτλος που αποδίδεται στον πάπα τής Ρώμης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. pontifex, -icis «ιεροδιδάσκαλος, αρχιερέας» < λατ. pons, pontis «γέφυρα» + facio «κάνω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • παπισμός — Θεσμός της Καθολικής Εκκλησίας, που εκφράζει και βασίζεται στη διδασκαλία της Εκκλησίας αυτής, κατά την οποία ο επίσκοπος Ρώμης, ως διάδοχος του κορυφαίου των Αποστόλων, του Πέτρου, έχει το πρωτείο τιμής ανάμεσα στη χριστιανική ιεραρχία, και… …   Dictionary of Greek

  • ποντίφεξ — ικος, ὁ, Α βλ. ποντίφηκας …   Dictionary of Greek

  • πραξιεργίας — ὁ, Α ποντίφικας, αρχιερέας. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρᾶξις + ἔργον + επίθημα ίας. Η λ. αποτελεί απόδοση τού λατ. pontifex, icis (βλ. λ. ποντίφηκας)] …   Dictionary of Greek

  • Αιμίλιος Λέπιδος — Όνομα ιστορικών προσώπων της ρωμαϊκής εποχής. 1. Ύπατος το 187 π.Χ., ποντίφηκας το 180, ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στην κατασκευή οδών και στην ίδρυση αποικιών. Το 183 έγινε μέλος της Τριανδρίας. 2. Α.Λ. Πορκίνας. Ύπατος το 137 π.Χ. Ο Κικέρων… …   Dictionary of Greek

  • Σκαιβόλας Κόιντος Μούκιος — Ρωμαίος νομικός, γιος του Πόπλιου Μούκιου Σκανόλα. Έζησε το 2o αι. π.Χ. Διατέλεσε στρατηγός της επαρχίας Ασίας, την οποία μάλιστα διοίκησε με τόση σύνεση και εντιμότητα, ώστε θεσπίστηκε προς τιμή του και ιδιαίτερη γιορτή, η λεγόμενη Μουκία. Ο Σ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”